ἐρύσιμον

ἐρύσῐμον [pron. full] [ῠ], τό,
A hedge-mustard, Sisymbrium polyceratium, Thphr. HP8.3.1, Dsc.2.158 : [full] εἰρύσιμον in Nic.Th.894, Orph.A.917 ; cf. ῥύσιμον.
2 as Adj., ἐρύσιμον· ἑλκύσιμον, Phot.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρύσιμον — hedge mustard neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυσίμου — ἐρύσιμον hedge mustard neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερύσιμο — (Εrysimum). Γένος μονοετών, διετών ή πολυετών ποωδών φυτών της οικογένειας των κρουτσιφεριδών ή σταυρανθών (δικοτυλήδονα). Αριθμεί περίπου 90 είδη των εύκρατων περιοχών της Ευρώπης και της Ασίας. Έχει στενά, γραμμοειδή, ελαφρά και οδοντωτά φύλλα …   Dictionary of Greek

  • ερύω — (I) ἐρύω, ιων. τ. εἰρύω, δωρ. τ. Fερύω (Α) 1. τραβώ, σύρω στο έδαφος, γενικά με την έννοια τής ορμής και σφοδρότητας («νῆα ἐρύσσομεν ἤπειρόνδε» θα σύρουμε το πλοίο στην ξηρά, Ομ. Οδ.) 2. σύρω κάποιον διά τής βίας («ἐρυσαν τέ μιν εἴσω κουρίξ» τόν… …   Dictionary of Greek

  • ԱՂՈՒԷՍ — (եսու կամ սոյ, ուց.) NBH 1 0043 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 10c, 11c գ. ... ἁλώπηξ vulpes Գազան դժնդակ՝ խորամանկ եւ գող, իբր աղու հեզիկ ձեւացեալ, ʼի չափ փոքր շան, թաւ մազով. ... *Կալաւ երեք հարիւր աղուէս: Կալարո՛ւք մեզ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.